FRANK SCHAEFFER, ΗΠΑ: ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ – Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

http://usaofmyheart.wordpress.com

http://atheistsmetorthodoxy.wordpress.com

http://californiaofmyheart.wordpresss.com

USA OF MY HEART

ATHEISTS MET ORTHODOXY

CALIFORNIA OF MY HEART

6080012945_a5b79fc00b_z1407060077261.cached

Frank Schaeffer, ΗΠΑ:

Ηθική Αυθεντία

Η Ιστορική Εκκλησία και η Αγία Γραφη

Πηγή:

http://www.egolpion.com

http://www.egolpion.com/istorikh_ekklhsia.el.aspx

ΗΘΙΚΗ ΑΥΘΕΝΤΙΑ

Ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης, σαν να προέβλεπε τόσο το προτεσταντικό χάος που θα δημιουργούσε το φρόνημα της διαίρεσης, όσο και την αντικανονική δύναμη συγκεντρωμένη σ’ ένα μοναδικό «πάπα», γύρω στο 250 μ.Χ. έγραφε: «Από εκείνη την εποχή (που ο Χριστός διόρισε τους Αποστόλους) η χειροτονία των επισκόπων και ο σχεδιασμός της Εκκλησίας συνεχίζονται με την αλλαγή των χρόνων και την διαδοχή των προσώπων διότι η Εκκλησία παίρνει τη μορφή της με τους επισκόπους και κάθε ενέργεια της ελέγχεται από τους ίδιους πάντα κανόνες. Εφ’ όσον αυτό το καθεστώς έχει πραγματικά εδραιωθεί με τον θείο νόμο, απορώ με την απερίσκεπτη τόλμη ορισμένων προσώπων, που επιθύμησαν να γράψουν σε κάποιον τις επιστολές τους σαν να ήταν εξουσιοδοτημένοι από την Εκκλησία. Ούτε το έλεος του Κυρίου. . . δεν επιτρέπει στις τάξεις των πεπτωκότων να ονομάζονται η Εκκλησία» 35.

Όπως πολύ συχνά φαίνεται καθαρά στα περισσότερα αρχαία έργα των πατέρων, η Εκκλησία πάντοτε πίστευε ότι υπάρχουν δύο πραγματικότητες, μία ιεραρχική και μία οντολογική. Σύμφωνα με τον π. Γεώργιο Φλορόσκυ, «οι πατέρες δεν ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για το δόγμα της Εκκλησίας, ακριβώς επειδή η ίδια η λαμπρή πραγματικότητα της Εκκλησίας ήταν προσιτή στην πνευματική τους όραση. Κανένας δεν επιχειρεί να ορίσει ό,τι είναι αυταπόδεικτο» 36.

Η Εκκλησία ποτέ δεν είδε τον εαυτό της ως ένα χάος πνευματικού ατομικισμού, πολύ δε περισσότερο ως μία δίνη είκοσι τριών χιλιάδων Ομολογιών, που μάχονται μεταξύ τους για τον ζωτικό τους χώρο, ενώ κάθε μία είναι οπλισμένη με τη δική της υποκειμενική ερμηνεία των Γραφών και με τις δικές της αυτοανακαλυπτόμενες «παραδόσεις». Η ιστορική Εκκλησία δεν είδε ποτέ τον εαυτό της κάτω από ένα δικτάτορα ή «αλάθητο» πάπα.

Η ιστορική Εκκλησία διδάσκει ότι έχει μία Κεφαλή και αυτή είναι ο Χριστός. Διδάσκει επίσης ότι ο Χριστός διόρισε κάτω απ’ αυτόν ανθρώπους, αποστολικούς ηγέτες. Όπως ακριβώς μία οικογένεια έχει μητέρα και πατέρα, που κρατούν τα παιδιά τους σε τάξη, έτσι οι αυθεντικοί εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν είναι αυτοχειροτόνητοι, πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού δεν ήταν αυτοχειροτόνητα ούτε τα παιδιά του Ααρών στην Παλαιά Διαθήκη. Αντίθετα, η αυθεντία τους μεταβιβάζεται από τη μία πνευματική γενεά στην επόμενη, όπως μία μητέρα και ένας πατέρας μεταβιβάζουν τη δική τους κληρονομιά στα παιδιά τους» 37.

Η πρώτη Εκκλησία κρατούσε προσεκτικά λογαριασμό για το πόσοι ακριβώς επίσκοποι εγκαταστάθηκαν σε κάθε επισκοπή «από την εποχή των Αποστόλων». Για παράδειγμα, ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία, που έγραψε τον τέταρτο αιώνα, πάντοτε, όταν αναφέρεται σε κάποιον επίσκοπο τον προσδιορίζει ως τον δωδέκατο, εικοστό η οποία άλλη σειρά έχει, «από τους Αποστόλους», για να δείξει ότι ένας συγκεκριμένος επίσκοπος ήταν κανονικός και ότι μία συγκεκριμένη διδασκαλία ήταν αυθεντικά αποστολική.

Το 393 μ.Χ. ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης είχε σχεδόν οριστικοποιηθεί 38. Οι πατέρες της Εκκλησίας απέρριψαν πολλές εκατοντάδες πρωτοχριστιανικών κειμένων, τα οποία διεκδικούσαν μία θέση στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, όπως τελικά συμφωνήθηκε. Όταν οι πατέρες απέρριψαν ορισμένα συγγράμματα, το έκαναν με βάση την Ιερά Παράδοση ή «τη διδασκαλία των Αποστόλων», όπως αναφέρεται από τον άγιο Λουκά, τον συγγραφέα των Πράξεων (Πρξ 1, 13). Εκείνοι που αποφάσισαν ποια βιβλία να περιληφθούν και ποια να απορριφθούν ήταν οι επίσκοποι της Εκκλησίας και όχι ένας «πάπας». Έτσι εκείνοι που υπερασπίστηκαν τη χριστιανική διδασκαλία στις Οικουμενικές Συνόδους αποστομώνοντας τους αιρετικούς, αυτούς που είχαν απομακρυνθεί από τη διδασκαλία των Αποστόλων, ήταν οι επίσκοποι.

Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια από την ανάληψη του Χριστού στους ουρανούς η αποστολική διαδοχή των επισκόπων ήταν όχι μόνον καθιερωμένη στη ζωή της Εκκλησίας, όπως αποδεικνύεται από την εγκατάσταση του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου ως επισκόπου της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, άλλα και τεκμηριωμένη από τους πατέρες της Εκκλησίας ως ένα ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας και ζωής.

Όπως γράφει ο Ευσέβιος, «μετά το μαρτύριο του Ιακώβου και την άλωση της Ιερουσαλήμ, η οποία ακολούθησε αμέσως, παραδίδεται ότι οι Απόστολοι και οι μαθητές του Κυρίου, οι οποίοι ακόμη ζούσαν, συγκεντρώθηκαν από όλα τα μέρη του κόσμου μαζί με εκείνους, που θεωρούνταν συγγενείς του Κυρίου, διότι πολλοί απ’ αυτούς ζούσαν ακόμη. Τότε όλοι αυτοί συζήτησαν για το ποιόν έπρεπε να εκλέξουν ως τον κατάλληλο να διαδεχθεί τον Ιάκωβο και συμφώνησαν ομόφωνα ότι ο Συμεών, ο γιος του Κλωπά, που μνημονεύεται στην ευαγγελική διήγηση (Ίω 14,25, ίσως και Λκ 24,18) ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να καταλάβει τον θρόνο του επίσκοπου της Ιερουσαλήμ» 39.

Ο Πολυκράτης, επίσκοπος Εφέσου, το 180 μ. Χ. έγραψε στον επίσκοπο Ρώμης σχετικά με τον άγιο Ιωάννη τον ευαγγελιστή, ο οποίος έφθασε στο τέρμα του βίου του ως επίσκοπος: «Επίσης και ο Ιωάννης, ο οποίος ανέπεσε στο στήθος του Κυρίου και ο οποίος έγινε ιερέας φορώντας τη μίτρα, και αυτός ως μάρτυρας και διδάσκαλος αναπαύθηκε στην Εφεσο»40.

Επίσης ο Ευσέβιος γράφει: «Υπήρχε μία δύναμη του θείου Πνεύματος που διαπερνούσε όλα τα μέλη, υπήρχε μία ψυχή σ’ όλους αυτούς. . . υπήρχαν τέλειες λατρείες των ηγουμένων, ιερουργίες των κληρικών και ιεροπρεπείς θεσμοί της Εκκλησίας. . . Εάν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι. . . με τα ίδια μας τα μάτια βλέπουμε ότι οι παραδόσεις ενός προηγούμενου αιώνα ήταν αξιόπιστες και αληθινές»41 .

Για να καταστρατηγήσει κανείς τα γεγονότα της πρώτης εκκλησιαστικής ιστορίας, τα οποία μέχρι το 1054 ήταν αποδεκτά τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Εκκλησία, χρειάζεται να ξεπεράσει πολλές ερμηνευτικές παγίδες. Ο Καλβίνος και ο Λούθηρος το κατάλαβαν. Γι’ αυτό αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους να παραθέτουν επιλεκτικά συγκεκριμένους Δυτικούς πατέρες, όπως τον άγιο Αυγουστίνο, με σκοπό να αποδείξουν τους εαυτούς τους «αποστολικούς». Μόνον αργότερα οι Προτεστάντες, όπως και οι Αναβαπτιστές, απέβαλλαν τελείως ακόμη και την προσποίηση ότι αποτελούν μέρος της ιστορικής Εκκλησίας. Για να αποφύγουμε να κινούμαστε μέσα στο πλαίσιο της αυθεντικής κανονικότητας της Εκκλησίας, στο οποίο οι επίσκοποι και οι ιερείς της Εκκλησίας βρίσκονται σε κατ’ ευθείαν αδιάκοπη συνέχεια από τους αποστόλους, πρέπει να αγνοήσουμε την κρυστάλλινη διδασκαλία του Ιησού, την πράξη και τη διδασκαλία των Αποστόλων, τους πατέρες της Εκκλησίας και τη μαρτυρία της πολύ καλά τεκμηριωμένης Ιστορίας της πρώτης Εκκλησίας, που καταγράφηκε από τους ιστορικούς, ένας από τους οποίους είναι ο Ευσέβιος.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ιεράς Παραδόσεως η Βίβλος είναι ένας σταθερός και μόνιμος μάρτυρας για την Εκκλησία και την ιστορική αποστολική της Παράδοση. Τα πράγματα έχουν ως εξής: οι συγγραφείς της Βίβλου δέχθηκαν την έμπνευση από το ίδιο το άγιο Πνεύμα, το οποίο στην συνέχεια καθοδηγούσε την Εκκλησία. Συνέβη δε η Καινή Διαθήκη και τα δόγματα της Εκκλησίας να εμφανισθούν μετά την αποστολική Ιερά Παράδοση.

Οι ιστορικές πηγές είναι κατηγορηματικές. Μέσω της Εκκλησίας τα βιβλία, τα οποία θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφα, δεν συμπεριλήφθηκαν στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Συνέβη δε να εμφανισθεί η Καινή Διαθήκη ύστερα από την ζωντανή παράδοση της Ευχαριστιακής λατρείας και όχι βέβαια από κάποια ψυχρή βιβλική επιστήμη, σαν εκείνη που ασκείται από πολλούς μοντέρνους «θεολόγους». Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης έφθασε άθικτος σε μας χάρη σ’ εκείνους τους επισκόπους και τους μάρτυρες, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την Ιερά Παράδοση. Και πάλι χάρη στους επισκόπους, με πρώτον τον Ιάκωβο, οι δογματικές διακηρύξεις, που έγιναν αποδεκτές από όλους τους χριστιανούς, σχηματοποιήθηκαν ως απαντήσεις ατούς αιρετικούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό διαβάζουμε στο βιβλίο των Πράξεων. Κι αυτό αποδεικνύουν τα ιστορικά δεδομένα. Εάν οι Προτεστάντες απαντήσουν ότι όλα αυτά μπορεί μεν να είναι σωστά αλλά αυτό δεν έχει σημασία, τότε πρέπει επίσης να αναγνωρίσουν ότι είναι οι πρώτοι άνθρωποι, που ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί και πιστεύουν ότι η ύπαρξη της Εκκλησίας δεν έχει σχέση με την προσωπική επιδίωξη της αγιότητας και της σωτηρίας. Ακόμη, εάν οι σύγχρονοι Ρωμαιοκαθολικοί επιμένουν ότι ο «αλάθητος» Παπισμός αποτελεί «γεγονός της ιστορίας», είναι αναγκασμένοι να βρουν αρχαία ντοκουμέντα της Εκκλησίας, όπως τα κείμενα του Ευσεβίου, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Πράγματι όλα τα στοιχεία φαίνεται να μαρτυρούν μία συνοδική εκκλησιαστική διακυβέρνηση από την αρχή. Κατά κάποιο τρόπο, το πρόβλημα ενός «αλάθητου» Παπισμού είναι παρόμοιο με το προτεσταντικό πρόβλημα μιας «αλάθητα ερμηνευμένης» Βίβλου. Και οι δύο πλάνες υποβαθμίζουν τη σημασία της καθοδήγησης της Εκκλησίας από το Άγιο Πνεύμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο Ευσέβιος υπογραμμίζει το γεγονός ότι η συνοδική Εκκλησία προηγήθηκε της Καινής Διαθήκης. Σχετικά με τις «Γραφές», που θεωρήθηκαν ψευδεπίγραφες και επομένως δεν συμπεριελήφθησαν από τους πατέρες της Εκκλησίας στον ιερό Κανόνα της Καινής Διαθήκης, γράφει: «Όλα αυτά τα βιβλία ανήκουν στα αμφισβητούμενα. . . Διακρίνονται δε από τα αληθινά, γνήσια και αναγνωρισμένα, αυτά δηλαδή που είναι σύμφωνα με την Παράδοση της Εκκλησίας. . . »42.

Σ’ ένα άλλο σημείο ο Ευσέβιος απορρίπτει τα βιβλία που έμειναν έξω από τον Κανόνα ως «ασυμβίβαστα με την αληθινή Ορθοδοξία». Με άλλα λόγια, εάν η μαρτυρία της Εκκλησίας, η οποία εξαρτάται από την κανονική διαδοχή των επισκόπων, δεν είναι αξιόπιστη, τότε δεν είναι αξιόπιστο ούτε και το περιεχόμενο της Καινής Διαθήκης. Η ζωντανή Παράδοσις της ιστορικής Εκκλησίας μεταδόθηκε με πιστότητα από τη μία γενεά στην άλλη με την μορφή της συνέχειας της αποστολικής χειροτονίας των επισκόπων, οι οποίοι υπερασπίστηκαν την προφορική και γραπτή Παράδοση 43.

Όπως έγραψε ο άγιος Ειρηναίος απευθυνόμενος προς τον Ελευθέριο, επίσκοπο Ρώμης (170 μ. Χ. ) σχετικά με τους καταλόγους των επισκόπων της Ρώμης, «αφού λοιπόν θεμελίωσαν και οικοδόμησαν την Εκκλησία οι Απόστολοι, παρέδωσαν το επισκοπικό αξίωμα στον Λίνο, ο οποίος μνημονεύεται από τον Παύλο στις επιστολές προς Τιμόθεον (Β Τι 4,21). Τον Λίνο τον διαδέχθηκε ο Ανέγκλητος. Μετά απ’ αυτόν στην τρίτη θέση από τους Αποστόλους η επισκοπή παραδόθηκε στον Κλήμεντα, ο οποίος είχε δει τους μακάριους Αποστόλους και συνομίλησε μαζί τους και η διδασκαλία τους ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του και η αυθεντική τους παράδοση ήταν μπροστά στα μάτια του»44 .

Ύστερα ο Ειρηναίος συνεχίζει να καταγράφει στον κατάλογο τους υπολοίπους επισκόπους μέχρι «τον δωδέκατο. . . από τους Αποστόλους», τον Ελευθέριο, στον οποίο και έγραφε την επιστολή.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς το 90 μ. Χ. στο βιβλίο του Υποτυπώνεις ομιλεί για τους επισκόπους της Ανατολικής Εκκλησίας και την αδιάκοπη διαδοχή τους από τους Αποστόλους: «Αυτοί οι άνδρες διασώζοντας την αληθινή παράδοση της μακάριας διδασκαλίας κατ’ ευθείαν από τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, τον Ιωάννη και τον Παύλο, τους αγίους Αποστόλους, αφού παρέλαβαν αυτήν όπως το παιδί του από τον πατέρα. . . με τη χάρη του Θεού αυτοί έφθασαν έως και εμάς, για να καταθέσουν τα προγονικά εκείνα και αποστολικά σπέρματα»45.

Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι αυτά «τα προγονικά αποστολικά σπέρματα», που δείχνουν τη συνέχεια, είναι θαυματουργικά, διότι τα μέλη της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των επισκόπων, κατά καιρούς κάνουν πράγματα που απέχουν πολύ από το θέλημα του Θεού, την διδασκαλία του Χριστού και το πνεύμα της Ιεράς Παραδόσεως. Όμως η Εκκλησία παρ’ όλα αυτά κυριαρχεί ακόμη κι αν χρειασθούν πολλές εκατοντάδες χρόνια, για να ελέγξει τις αποτυχίες και να διορθώσει τα λάθη τους. Όπως γράφει ο άγιος Ειρηναίος, «Αυτό, στο οποίο εμείς πιστεύουμε, είναι ένα σταθερό σύστημα, που οδηγεί στη σωτηρία των ανθρώπων, κι εμείς το φυλάγουμε από τότε που παραλήφθηκε από την Εκκλησία. Αυτό αναζωογονείται σταθερά και αδιάκοπα από το Πνεύμα του Θεού σαν να ήταν ένας πολύτιμος θησαυρός σ’ ένα υπέροχο δοχείο. Ο θησαυρός αυτός γίνεται αιτία ώστε το δοχείο που τον περιέχει να ανανεώνεται, διότι, όπου είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί είναι η Εκκλησία και κάθε χάρη. Το Πνεύμα όμως είναι η αλήθεια»46.

Σύμφωνα με την πίστη της ιστορικής Εκκλησίας οι αιρέσεις έρχονται και παρέρχονται, η μόδα αλλάζει, κακοί και διεφθαρμένοι ή πολιτικοποιημένοι επίσκοποι μπορεί να ανέρχονται στους θρόνους και να πέφτουν. Αλλά στο τέλος, όπως διακηρύττουν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, η Εκκλησία επικρατεί και η αίρεση κατατροπώνεται. Η σίγουρη γνώση της ορθής και της λανθασμένης ηθικής αρχής διατηρείται. Κατά τους λόγους του αγίου Ιουστίνου του μάρτυρος, «Σε όλους εκείνους, που επιθυμούν να μάθουν, εμείς παραδίνουμε ακέραιο ό,τι έχουμε διδαχθεί»47.

Σημειώσεις:

35 Κυπριανού Καρθαγένης, Επιστολή προς πεπτωκότας (251 μ. Χ. ) 5556, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι. σ. 221.

36 Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 78.

37 «Από πολύ νωρίς μία επισκοπική διοίκηση, θεωρούμενη απαραίτητη στην αδιάσπαστη διαδοχή από τους αποστόλους, εκλήφθηκε ως ένα από τα κριτήρια της αποστολικής συνέχειας σε συνδυασμό με τον έγκυρο Κανόνα των Γραφών και τον Κανόνα του Συμβόλου της Πίστεως», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, o. 157.
«Οι ιεράρχες έλαβαν αυτήν την εξουσία να διδάσκουν όχι, από τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά από τον Αρχιερέα Ιησού Χριστό με το μυστήριο της χειροτονίας. Όμως η ίδια η διδασκαλία περιορίζεται από την έκφραση της όλης Εκκλησίας. Η Εκκλησία καλείται να μαρτυρήσει γι αυτήν την εμπειρία, η οποία είναι ανεξάντλητη είναι μία πνευματική όραση. Ο επίσκοπος της Εκκλησίας πρέπει να είναι διδάσκαλος. Μόνον ο επίσκοπος έλαβε πλήρη εξουσία και αυθεντία να ομιλεί εν ονόματι του ποιμνίου του. Το ποίμνιο με τη σειρά του ομιλεί μέσω του επισκόπου. Αλλά για να το κάνει αυτό ο επίσκοπος πρέπει να κλείσει μέσα του την Εκκλησία, πρέπει να εκφράζει την εμπειρία της και την πίστη της δεν πρέπει να ομιλεί από τον εαυτό του αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς είναι το αντίθετο από το βατικάνειο σχήμα: ex sese non autem ex consensu ecclesiae», Γ. Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή Εκκλησία, Παράδοσις, σ. 74-75.

38 Μερικά βιβλία παρέμειναν αμφισβητούμενα, κυρίως το βιβλίο της Αποκαλύψεως, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό παντού, έως ότου ο άγιος Αθανάσιος αγωνίστηκε να γίνει κι αυτό αποδεκτό στα μέσα του τετάρτου αιώνα.

39 Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 3,11,1, ΕΠΕ 1,284.

40 Όπως παρατίθεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία. 3. 31. 3. ΕΠΕ 1. 327.

41 Ο Ευσέβιος έγραφε στο τέλος του τρίτου και στις αρχές του τετάρτου αιώνα. Ο «προηγούμενος αιώνας», στον οποίο αναφέρεται, ήταν ο πρώτος και ο δεύτερος αιώνας της αποστολικής Εκκλησίας. Αυτόθι. 10. 3. 3. ΕΠΕ 3,243 και εξής.

42 Αυτόθι, 3,25,6, ΕΠΕ 1,313.

43 Βλ. The AnteNicean Fathers (Edinburgh, 1867 και Grand Rafaids 1993) τ 1

44 Όπως παραπέμπεται από τον Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία 5,6,12.

45 Αυτόθι. 5. 1 1. 4. ΕΠΕ 2. 161.

46 Αγίου Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, 226, The Faith of the Early Fathers, τ. 1, σ. 94.

47 Ιουστίνου του Μάρτυρος, Απολογία Α 6,2

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s